Μ' άρεσε η λίστα που έφτιαξα στο προηγούμενο post. Είχε κάτι αισιόδοξο ε;
Δεν ξέρω ρε παιδί μου, αλλά αν και δεν έχει αλλάξει και κάτι προς καλύτερο στη ζωή μου, θέλω να περνάω καλά. Χωρίς σκέψεις ανούσιες, χωρίς βλαμμένο κόσμο γύρω μου, χωρίς μαυρίλες.
Με το να περνάω καλά, δεν εννοώ φυσικά τρελό clubbing. Πες ότι θες, αλλά εγώ τις νύκτες μου στο Γκάζι δεν τις αλλάζω με τίποτα. Δεν ευελπιστώ ότι αυτό εκεί θα το ζήσω εδώ, όσο και αν προσπάθησα τις τελευταίες μέρες να πείσω τον εαυτό μου να αντιστρέψει το παιχνίδι και να σκέφτομαι ότι αν φαντάζομαι τη Λευκωσία ως Αθήνα, θα πείσω τον εαυτό μου να περνάει καλά. Όχι, τίποτα δεν νικάει εκείνες τις νύκτες.
Σε αυτό το ξενέρωτο νησί (σόρι αλλά είναι - ακόμα και όταν ήμουν ερωτευμένη, δεν είχε καμία σχέση με το αντίστοιχο φήλιγκ του έρωτα στην Αθήνα) , δύο τινά μπορούν να σου συμβούν: 1. Το απόλυτο τίποτα, 2. Το απόλυτο κουλό.
Το απόλυτο τίποτα το ξέρεις. Νάθιγκ, Νάδα. Βαρεμάρα, ούτε ένα φλερτάκι, μια ματιά. Και δώσε βάση. Δεν λέω ότι είναι οι άνδρες Κύπριοι ξενέρωτοι. Είμαστε και εμείς. Π.χ. εγώ που γενικά δεν πολυμιλάω ( πάω κατευθείαν στο ψητό χα).
Το απόλυτο κουλό όμως, είναι μια κατάσταση που μπορεί να σου τύχει μια στο τόσο.
Εμένα μου έτυχε Παρασκευή βράδυ.
Πάμε με φίλη, στη Plato's. Καθόμαστε στο μπαρ. Παραγγέλνει κοτόπουλο σουβλάκι, κρασί και εγώ Perrier. Τρώει, μιλάμε, βγαίνουμε έξω για τσιγάρο ( αφού δεν πίνω, θα καπνίζω). Μας κοιτάνε διάφοροι. Εκείνη δηλαδή. Πως μπορεί να ανταγωνιστεί το τζιν, το λευκό μακό μπλουζάκι και οι biker boots μου, το μίνι πλεκτό της φόρεμα με το βαθύ ντεκολτέ;
Καθόμαστε που λες στο μπαρ. Ξαφνικά, έρχεται ένας μεθυσμένος και πέφτει πάνω μας. Λέει κάτι για το ότι είμαστε οι πιο ωραίες παρουσίες στο μπαρ - κοιτάζοντας τα βυζιά της φίλης- και φεύγει τρεκλίζοντας. How sad, να είσαι τόσο, μα τόσο λιώμα...
Τέλοσπαντων. Συνεχίζουμε εμείς το μπλα μπλα, είχαμε πιάσει και hardcore θέματα. Ξέρεις, έρωτες, νόημα ζωής κλπ.
Μετά από κανά μισάωρο, νιώθω ένα πόδι δίπλα μου. Γυρίζω πίσω, ένας ακόμα μεθυσμένος, ο φίλος του προηγούμενου. Αυτός ήταν τελείως λιώμα, γιατί τα χείλη του είχαν πάρει μια απόχρωση Cabernet Sauvignon.
-" Κοπέλες θέλω να σας πω κάτι που το σκέφτομαι εδώ και ώρα" ( όχι δεν κοίταξε βυζιά. Αυτός μας κοίταξε και τις δυο).
Εμείς άφωνες. Ότι και να λέγαμε, τον μονόλογο τον είχε έτοιμο.
- "Βασικά, θέλω να σας πω, ότι κοιτάζω εδώ μέσα και πραγματικά είστε οι πιο εντάξει. Δεν σας νοιάζει να το παίξετε γκόμενες, δεν "γυρεύκεστε", λέτε τα δικά σας. "Πολλά cool".
Τελειώνει το παραλήρημα, δεν φεύγει και μένει παλουκωμένος στη μέση μας να μας κοιτάζει.
Εμείς προφανώς τι να πούμε με τον λιώμα;
-" Α, σε ευχαριστούμε", πετάγομαι εγώ και με κλωστάει η άλλη που του δίνω θάρρος.
Και όντως του έδωσα. Κατσικώθηκε εκεί μισή ώρα. Κατά τη διάρκεια, πρέπει να ρούφηξε ακόμα 2-3 ουίσκι και 3-4 σφηνάκια τεκίλα. Το λιώμα ήταν από ένα σημείο και μετά, κομπλιμέντο.
Σε κάποια φάση αποφασίζει να φιλοσοφήσει - κι άλλο. Πετάγεται και μας λέει τις δύο φιλοσοφίες του ( δεν θυμάμαι) συμπληρώνοντας στο τέλος : " Και μαζί μου συμφωνεί και ο Ανίκητος", λέει και δείχνει το πουλί του.
Κοιτάμε η μια την άλλη με κάτι μάτια! Ακούμε καλά; Αλλά δεν μένουμε πολλή ώρα με την απορία γιατί συνεχίζει: " Ο Μικρός Ανίκητος!"
Εκεί δεν συγκρατούμαι.
- " ΑΑΑΑ, είναι και μικρό;", φωνάζω και με ακούει όλη η Plato's.
- "Αλλά ροτσί!", συνεχίζει απτόητος.
- "Ναι αλλά μικρό", επιμένω εγώ και επιτέλους καταφέρνω να τον κάνω να σκάσει.
Φυσικά για να μην είμαι και άδικη, όταν επιτέλους έφυγε ( αφού λουστήκαμε στην κυριολεξία το ουίσκυ του) και αφού του είπα τα απίστευτα ψέματα ( με λενε Αμαλία, είμαι φοιτήτρια και μένω στο Πλατύ - α και η φίλη μου κάνει δοκτοράτο και είναι συγκάτοικος μου), γύρισε και μας είπε :" Χάρηκα για τη γνωριμία. Τα όνειρά σας ευχές μου".
Μα δεν ήταν συγκινητικό; Μάνα μου ρε!
Οκ μπορεί να ήταν μεθυσμένα λόγια, αλλά πάραυτα στη ψυχή μου κύλησε ένα δάκρυ.
Και αυτή ήταν η κατάληξη μιας κουλής βραδιάς.
Και ξέρεις κάτι; Προτιμώ αυτές τις βραδιές από τις ξενέρωτες. Χίλιες φορές.
Άντε να χαλαρώνουμε!