Sunday, May 03, 2026

Όταν σταματάει ο χρόνος

Εαν διαβάζεις αυτό το κείμενο, πάει να πει πως βρήκες ώρα μέσα στην καθημερινότητα και μπράβο σου. Μεγάλο κατόρθωμα ε; 

Όταν πρωτοάρχισα να γράφω εδώ, ήταν Μάης του 2006, ήμουν 29 και παρόλο που δούλευα πολύ και νόμιζα πως δεν είχα χρόνο, τελικά είχα πολύ περισσότερο από ότι νόμιζα. Στερνή μου γνωση, να σε είχα πρώτα. 20 χρόνια τουλίπα λοιπόν.

Δεν θα γράψω συγκινητικό ποστ ή απολογισμό. Αυτό που θα κάνω είναι να καταγράψω όλες τις στιγμές που είναι σαν να σταματάει ο χρόνος και που - ευτυχώς - τις επιζητώ.

Όταν σταματάει ο χρόνος λοιπόν, στη ζωή μας σχεδόν 49χρονης τύπισσας, στο κέντρο της Λευκωσίας, σε ένα νησί, που δεν είναι και τόσο νησί, σε μια πόλη που κάποτε είναι όμορφη και κάποτε δεν είναι και με μια καθημερινότητα που δεν σκέφτηκε ούτε οραματίστηκε ποτέ πως θα ήταν έτσι.

Στιγμή "Κάπου στην παλιά πόλη, βράδυ Σαββάτου".

Τρέχω συνέχεια, κάθε μέρα, ένα 2026 δύσκολο και στενάχωρο. Όμως τρέχω γιατί δεν μπορώ να μην τρέχω. Κάνω τόσα πράγματα ταυτόχρονα που ξεχνώ ονόματα, φάτσες αλλά και στιγμές. Ποτέ όμως την To Do λίστα μου. Βράδυ Σαββάτου. "Θες να τσιμπήσουμε μια πίτσα και να πάρουμε μπίρες; Έχεις ώρα;". "Έχω ώρα ναι". Από μέσα μου χαίρομαι. Κάποιος έχει ώρα, την ίδια στιγμή που έχω και γω! Καθόμαστε σε ένα παγκάκι, στην παλιά Λευκωσία. Μιλάμε ασταμάτητα μέχρι τα μεσάνυκτα. Η ώρα πια δεν υπάρχει, ο χρόνος έχει σταματήσει, οι γύρω είναι απλά ένα σκηνικό θολό. Μια από τις ωραιότερες μέρες και νύκτες της χρονιάς. Θέλω κι άλλο. Ίσως δεν πρέπει.

Στιγμή "Πάμε μια βόλτα;".

Ο φίλος που ποτέ δεν ένιωσα να με κρίνει και όταν είμαστε νιώθω ασφάλεια και ότι τα πράγματα θα είναι οκ τελικά. Συναντιόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. "Πάμε προς Πύλη Αμμοχώστου;". "Πάμε αλλά να περάσουμε από Μακαρίου και μετά από ΟΧΙ για να δω πόσο προχώρησε ο δρόμος". "Πάμε". Περπατάμε, έχουμε ώρα, είναι προνόμιο το ξέρω να μπορώ να έχω τέτοιους υπέροχους φίλους, που τα απλά, ένα περπάτημα δηλαδή, είναι τόσο ουσιαστικά. Περπατάμε, βλέπουμε νέα κτίρια, κτίρια υπό ανακαίνιση, αρχοντικά να κατεδεφίζονται. Σε κάθε γωνιά, δρόμο λέμε και από ένα νέο. Συζητάμε τις οικογένειές μας, τις δουλειές μας, την καθημερινότητά μας, τα πρέπει, τις φοβίες μας. Φτάνοντας στην Πύλη Αμμοχώστου, ίσως κάτσουμε για ένα σουβλάκι. Εκεί αρχίζουμε να μιλάμε για τα όνειρά μας. "Δικαιόυμαι να έχω όνειρα;", τον ρωτάω. Χαμογελάει και λέει κάτι που μου δίνει ελπίδα. Δεν ξέρω αν το κάνει επειδή θέλει να νιώσω καλά ή αν το πιστεύει. Επιλέγω το δεύτερο. Θέλω να έχω ελπίδα, τρομάζω στην ιδέα ότι δεν θα υπάρχει μια χαραμάδα φωτός στο μέλλον μου.

Στιγμή "Πάμε συναυλία Παπακωνσταντίνου"

"Θες να πάμε;" με ρωτάει η φίλη, γνωρίζοντας πως δεν ακούω πια αυτή τη μουσική. "Πάμε" της λέω με σιγουριά. Θέλω να νιώσω κάτι, έτσι όπως τότε που δεν άφηνα συναυλία για συναυλία. Περπατάμε από τα "ενήλικα" μας σπίτια προς το κέντρο. Φτάνουμε στη συναυλία. Θέλει να καθίσουμε σε καρέκλες, αυτές τις λευκές. Αρνούμαι. "Θα πάμε μπροστά μπροστά, δεν είμαστε γέροι", λέω πεισμώνοντας από μέσα μου. Για μένα το έλεγα φυσικά. Ήθελα να ξαναβρώ την ανεμελιά των 20κάτι μου. Πάμε μπροστά, καθόμαστε κάτω σταυροπόδι μέχρι να αρχίσει η συναυλία. Μαζεύεται κόσμος γύρω μας. Κόσμος που στην δική μου καθημερινότητα, δεν πολυσυναντώ πια. Βγαίνει ο Βασίλης, στεκόμαστε, γίνόμαστε ένα με όλους και οι πορτοκαλί φωτοβολίδες μας τυφλώνουν. Γελώ καθώς προσπαθώ να προστατευτώ από όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Ο χρόνος σταμάτησε ή μάλλον μου επέτρεψε να βρω ένα κομμάτι δικό μου που είχα πεθυμήσει. Θα πάμε και φέτος.

Στιγμή " είσαι ο άνθρωπός μου".

Καθόμαστε στον καναπέ μου. Η κολλητή μου, ή μάλλον ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται να παίζω οποιοδήποτε ρόλο. Ξεφυσώ, φουσκώνω τόσο πολύ τα μάγουλα μου σαν να θέλω να εκτονώσω το μέσα μου. Έχουμε περίπου μια ώρα στη διάθεσή μας. Μιλάμε χωρίς εισαγωγές. Λέμε για το παρόν μας, όχι για το παρελθόν μας, δεν έχουμε εξάλλου τόσο χρόνο στη διάθεσή μας. Δεν ονειρευόμαστε. Προσπαθούμε να καταλάβουμε την καθημερινότητα μας. Γιατί τρέχουμε τόσο πολύ; Θα μας καταπιει η καθημερινότητα; Θα προλάβουμε τη μέρα; Θα προλάβουμε τις υποχρεώσεις; "Πάρε τις βιταμίνες σου" της λέω. "Πρέπει", απαντάει. Τις επόμενες μέρες θα μου πει το ίδιο. Τρέχουμε, τρέχουμε, τηλεφωνιόμαστε στο highway, εκείνη πηγαίνοντας προς Λεμεσό, εγώ προς Λευκωσία. Κι όμως, αν και είναι όλα στο τρέξιμο, φιλίες σας αυτές, ο χρόνος τις επιτρέπει. Και όταν καταφέρνουμε να συναντηθούμε ή να τηλεφωνηθούμε, είναι σαν να σταματά.

Στιγμή " Έχω τόσα να σου πω".

Είναι και κάτι στιγμές, που ο χρόνος δεν υπάρχει. Ο λόγος έχει ώρα και περιθώριο να ξεδιπλωθεί. Υπάρχουν παύσεις, άνω τελείες του, ερωτηματικά του και απ' όλα. Αυτές τις στιγμές τις αγαπώ, τις πεθυμώ και θα τις επιδιώκω. Και αυτή είναι μια υπόσχεση που δίνω στην Αστική Τουλίπα, αυτή την τύπισσα που 20 χρόνια πριν, σε αυτό ακριβώς το δωμάτιο, πήρε το keyboard και άρχισε το ταξίδι της.